Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ἐπὶ ἀσπαλάθων

Ἦταν ὡραῖο τὸ Σούνιο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη.
Λιγοστὰ πράσινα φύλλα γύρω στὶς σκουριασμένες πέτρες
τὸ κόκκινο χῶμα καὶ οἱ ἀσπάλαθοι
δείχνοντας ἕτοιμα τὰ μεγάλα τους βελόνια
καὶ τοὺς κίτρινους ἀνθούς.
Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν
ἀκόμη...
Γαλήνη
-Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον;
Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ
τ᾿ αὐλάκια.
Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου
δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
«τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει
«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν
ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».
Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του
Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος

Τὸ ποίημα γράφτηκε στὶς 31 Μαρτίου 1971. Εἶναι τὸ τελευταῖο πού ἔγραψε ὁ Γιῶργος Σεφέρης (Σμύρνη, 1990 - Ἀθήνα, 1971)

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Μαθηματικὰ ΙΙ

Τά Μαθηματικά εἶναι ἕνα κορίτσι στόν κῆπο
Κρατᾶ στὰ χέρια ἕνα κλαδὶ
καὶ τὴν περνᾶς γιὰ λουλούδι
Τά δέντρα ρίχνουν τόν ἤσκιο τους στήν αὐλή
Καὶ εἶναι μεγάλος τὸ πρωί, μικρὸς τὸ μεσημέρι
Οἱ ὡραῖες στροφές τῶν ποιημάτων
Εἶναι στροφὲς τῶν ποταμῶν
Εἶναι σφυρίγματα τῶν καραβιῶν
Γιὰ τὸ ταξίδι

Τά μαθηματικά εἶναι τὸ σμῆνος τῶν μελισσῶν
στό δάσος τοῦ Μαινάλου
Εἶναι τὰ κυπαρίσσια τοῦ Μυστρᾶ
Καὶ ἡ ἀρχαία κολώνα
Εἶναι ἕνα πουλί πού ἔχει σταθεῖ
καί κελαηδεῖ
μέσα στά δέντρα τῆς πολιτείας

                                                                                σ.π.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

28η Οκτωβρίου 1940

Ήσαν ωραία παιδιά
Φορτώθηκαν στον ώμο
την πατρίδα τους
και την ανέβασαν ψηλά!

Ήσαν ωραία παιδιά!
Μέσα στην καρδιά τους
έκαιγε αιώνια η φωτιά
του Ηφαίστου
φτιάχνοντας την ασπίδα
του Αχιλλέα!

Παιδιά κι εμείς σήμερα
Σας φέρνουμε πολύ συχνά στον νου μας
Για να σας μοιάσουμε
Για να ποτίσουμε το δέντρο που φυτέψατε
 σ.π.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου

- Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸ δικό σου.


- Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μοῦ ἔρχουνται ὡς τὴ μέση
κι οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι ὅμως σὰν ἤμουνα παιδὶ
ἔπαιζα πάνω στὸ χορτάρι
κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἴσκιους
κι ἔτρεχα πάνω σὲ πλαγιὲς
ὥρα πολλὴ λαχανιασμένος.


- Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις·
θ᾿ ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ᾿ τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγὰ-σιγὰ θὰ ῾ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι οἱ πλαγιές σου.


- Γυρεύω τὸ παλιό μου σπίτι
μὲ τ᾿ ἀψηλὰ τὰ παραθύρια
σκοτεινιασμένα ἀπ᾿ τὸν κισσὸ
γυρεύω τὴν ἀρχαία κολόνα
ποὺ κοίταζε ὁ θαλασσινός.
Πῶς θὲς νὰ μπῶ σ᾿ αὐτὴ τὴ στάνη;
οἱ στέγες μου ἔρχουνται ὡς τοὺς ὤμους
κι ὅσο μακριὰ καὶ νὰ κοιτάξω
βλέπω γονατιστοὺς ἀνθρώπους
λὲς κάνουνε τὴν προσευχή τους.


- Παλιέ μου φίλε δὲ μ᾿ ἀκοῦς;
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
τὸ σπίτι σου εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις
κι αὐτὴ τὴν πόρτα θὰ χτυπήσουν
σὲ λίγο οἱ φίλοι κι οἱ δικοί σου
γλυκὰ νὰ σὲ καλωσορίσουν.


- Γιατί εἶναι ἀπόμακρη ἡ φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεσαι στὸ χῶμα.


- Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
ἡ νοσταλγία σου ἔχει πλάσει
μιὰ χώρα ἀνύπαρχτη μὲ νόμους
ἔξω ἀπ᾿ τὴ γῆς κι ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους.


- Πιὰ δὲν ἀκούω τσιμουδιὰ
βούλιαξε κι ὁ στερνός μου φίλος
παράξενο πὼς χαμηλώνουν
ὅλα τριγύρω κάθε τόσο
ἐδῶ διαβαίνουν καὶ θερίζουν
χιλιάδες ἅρματα δρεπα


Ἀθήνα, ἄνοιξη ῾38

Γιῶργος Σεφέρης (Σμύρνη , 1900 - Ἀθήνα, 1971)

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Εκδρομή

Ήταν ωραία η εκδρομή στα έλατα του Χελμού
Στις πηγές του Αροανίου ποταμού
Και του Λάδωνα
Πήγα στο σχολείο τού χωριού- παρατημένο τώρα
Όλα τα σχολεία στα χωριά
παρατημένα είναι,
αλλά μερικά σα να φωνάζουν, σα να χειρονομούν
Είναι η πέτρα τους που δεν τ' αφήνει.


Η πέτρα της υπομονής και της πατρίδας
Ταξίδεψα εκεί στη δεύτερη στροφή
Του ατέλειωτου τούτου δρόμου
Με τα παιδιά
Άλλα έδειχνε ο χάρτης
Και αλλού έβγαζε το ταξίδι.
Είδα πίσω στο χρόνο
Και είδα ακόμα μια φορά
Το Χρόνο που κρύβεται πίσω από το Χρόνο
Γι' αυτό υπάρχουμε παντού.
Εκεί που δεν φαινόμαστε, κυρίως
Και Χρόνος δεν υπάρχει


Έφαγα ψάρια του βουνού απ’ το ποτάμι
Τώρα, αργά το απόγευμα
Μάζεψα καρύδια από αδέσποτες καρυδιές
Μάζεψα μέλι

Έφτιαξα σε μια σπηλιά του ποταμού
δυο κατακόκκινα φιλιά

Έριξα ένα στο νερό

Απ' το βουνό
Που ήρθε
Το άλλο το 'ριξα στον ουρανό
Φθινόπωρο


σ.π.