Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

28η Οκτωβρίου 1940

Ήσαν ωραία παιδιά
Φορτώθηκαν στον ώμο
την πατρίδα τους
και την ανέβασαν ψηλά!

Ήσαν ωραία παιδιά!
Μέσα στην καρδιά τους
έκαιγε αιώνια η φωτιά
του Ηφαίστου
φτιάχνοντας την ασπίδα
του Αχιλλέα!

Παιδιά κι εμείς σήμερα
Σας φέρνουμε πολύ συχνά στον νου μας
Για να σας μοιάσουμε
Για να ποτίσουμε το δέντρο που φυτέψατε
 σ.π.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου

- Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸ δικό σου.


- Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μοῦ ἔρχουνται ὡς τὴ μέση
κι οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι ὅμως σὰν ἤμουνα παιδὶ
ἔπαιζα πάνω στὸ χορτάρι
κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἴσκιους
κι ἔτρεχα πάνω σὲ πλαγιὲς
ὥρα πολλὴ λαχανιασμένος.


- Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις·
θ᾿ ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ᾿ τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγὰ-σιγὰ θὰ ῾ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι οἱ πλαγιές σου.


- Γυρεύω τὸ παλιό μου σπίτι
μὲ τ᾿ ἀψηλὰ τὰ παραθύρια
σκοτεινιασμένα ἀπ᾿ τὸν κισσὸ
γυρεύω τὴν ἀρχαία κολόνα
ποὺ κοίταζε ὁ θαλασσινός.
Πῶς θὲς νὰ μπῶ σ᾿ αὐτὴ τὴ στάνη;
οἱ στέγες μου ἔρχουνται ὡς τοὺς ὤμους
κι ὅσο μακριὰ καὶ νὰ κοιτάξω
βλέπω γονατιστοὺς ἀνθρώπους
λὲς κάνουνε τὴν προσευχή τους.


- Παλιέ μου φίλε δὲ μ᾿ ἀκοῦς;
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
τὸ σπίτι σου εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις
κι αὐτὴ τὴν πόρτα θὰ χτυπήσουν
σὲ λίγο οἱ φίλοι κι οἱ δικοί σου
γλυκὰ νὰ σὲ καλωσορίσουν.


- Γιατί εἶναι ἀπόμακρη ἡ φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεσαι στὸ χῶμα.


- Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
ἡ νοσταλγία σου ἔχει πλάσει
μιὰ χώρα ἀνύπαρχτη μὲ νόμους
ἔξω ἀπ᾿ τὴ γῆς κι ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους.


- Πιὰ δὲν ἀκούω τσιμουδιὰ
βούλιαξε κι ὁ στερνός μου φίλος
παράξενο πὼς χαμηλώνουν
ὅλα τριγύρω κάθε τόσο
ἐδῶ διαβαίνουν καὶ θερίζουν
χιλιάδες ἅρματα δρεπα


Ἀθήνα, ἄνοιξη ῾38

Γιῶργος Σεφέρης (Σμύρνη , 1900 - Ἀθήνα, 1971)

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Εκδρομή

Ήταν ωραία η εκδρομή στα έλατα του Χελμού
Στις πηγές του Αροανίου ποταμού
Και του Λάδωνα
Πήγα στο σχολείο τού χωριού- παρατημένο τώρα
Όλα τα σχολεία στα χωριά
παρατημένα είναι,
αλλά μερικά σα να φωνάζουν, σα να χειρονομούν
Είναι η πέτρα τους που δεν τ' αφήνει.


Η πέτρα της υπομονής και της πατρίδας
Ταξίδεψα εκεί στη δεύτερη στροφή
Του ατέλειωτου τούτου δρόμου
Με τα παιδιά
Άλλα έδειχνε ο χάρτης
Και αλλού έβγαζε το ταξίδι.
Είδα πίσω στο χρόνο
Και είδα ακόμα μια φορά
Το Χρόνο που κρύβεται πίσω από το Χρόνο
Γι' αυτό υπάρχουμε παντού.
Εκεί που δεν φαινόμαστε, κυρίως
Και Χρόνος δεν υπάρχει


Έφαγα ψάρια του βουνού απ’ το ποτάμι
Τώρα, αργά το απόγευμα
Μάζεψα καρύδια από αδέσποτες καρυδιές
Μάζεψα μέλι

Έφτιαξα σε μια σπηλιά του ποταμού
δυο κατακόκκινα φιλιά

Έριξα ένα στο νερό

Απ' το βουνό
Που ήρθε
Το άλλο το 'ριξα στον ουρανό
Φθινόπωρο


σ.π.



Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Το τέλος του καλοκαιριού


Τα παιδιά στην αμμουδιά
φτιάχνουν κάστρα με χαρά

Το βράδυ ανάβει ο φάρος
φωτίζει το λιμάνι

Όταν βουτάς στη θάλασσα
χίλια κοχύλια βλέπεις

Ο Αύγουστος τελειώνει
χίλια αστέρια πέφτουν 


Ομάδα 3 τού Δ1
Βαγγελάτου Μαρία Αθανασία,  Βάγιας Άγγελος, Βλάχος Νικόλαος, Γκοτσόπουλος Αθανάσιος, Λυριντζής Δημήτριος 

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Ο Αύγουστος ΙΙ

 
 
Ο Αύγουστος  είναι γλάρος
και λαμπυρίζει σαν φάρος
 
Ο Αύγουστος  φοράει χίλια
χρωματιστά κοχύλια
 
Είναι φεγγάρι και αστέρι
και φωτίζει όλο το καλοκαίρι
 
Είναι χρυσαφιά αμμουδιά
όπου παίζουνε παιδιά 
 
 
 
Ομάδα 2 τού Δ1 
Γιάννης Βάγιας, Γιώργος Κούτρας, Άκης Δεληγεωργόπουλος, Άγγελος Δημόπουλος, Θανάσης Γκοτσόπουλος, Δημήτρης Λυριντζής, Νίκος Βίλλιος

Ο Αύγουστος Ι

 
 
Τον Αύγουστο τα παιδιά
παίζουνε στην αμμουδιά
 
Χίλια κοσμήματα ο Αύγουστος
και είναι τα κοχύλια
 
Λάμπει κάθε καλοκαίρι
σαν ένα φωτεινό αστέρι
 
Είναι γλάρος ξακουστός
και φάρος φωτεινός


 
Ομάδα 1 τού Δ1:
Έλενα Μανωλίδη, Μαρία Ηλιοπούλου, Γεωργία Χούσου, Νεφέλη Καρβέλα, Λεκάι Αντονέτα